Με την υπ’ αριθ. 109/2025 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε αγωγή αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην περιοχή των Άνω Λιοσίων Αττικής. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος, η οποία, κατά την εκτέλεση αριστερής στροφής, δεν σηματοδότησε εγκαίρως τον ελιγμό της, δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να τον πραγματοποιήσει με ασφάλεια και παρεμβλήθηκε στην κανονική πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντος, κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Από τη σύγκρουση ο ενάγων υπέστη συντριπτικό κάταγμα του κάτω πέρατος της αριστερής κνήμης και του έξω σφυρού. Νοσηλεύθηκε επανειλημμένα στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε περισσότερες χειρουργικές επεμβάσεις. Ο e-ΕΦΚΑ πιστοποίησε ποσοστό αναπηρίας 67% για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τραυματισμός επέφερε ουσιώδη περιορισμό της επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας του ενάγοντος, ο οποίος εργαζόταν ως διανομέας.
Επί των επιμέρους αξιώσεων, το Δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πραγματική διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία όσο και τις παροχές του ασφαλιστικού φορέα. Αναγνώρισε επίσης αποζημίωση για πλασματικές δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, κρίνοντας ότι η παροχή των σχετικών υπηρεσιών από τους γονείς του παθόντος χωρίς αμοιβή δεν αποκλείει την αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση την αντικειμενική αξία των αναγκαίων υπηρεσιών. Περαιτέρω, επιδίκασε αποζημίωση για ειδική διατροφή και για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών της μοτοσικλέτας.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει η εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή χρηματική παροχή αποτελεί αυτοτελή αξίωση, διακριτή τόσο από την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας όσο και από τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σκοπός της είναι η αποκατάσταση της δυσμενούς επίδρασης που ασκεί η αναπηρία ή η παραμόρφωση στο μέλλον του παθόντος, υπό την έννοια της επαγγελματικής, οικονομικής και κοινωνικής του εξέλιξης, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας. Για την επιμέτρηση της αποζημίωσης το Δικαστήριο συνεκτίμησε τη βαρύτητα του τραυματισμού, τις επιπλοκές της θεραπείας, το ποσοστό αναπηρίας, την ηλικία και το επάγγελμα του ενάγοντος, τους μόνιμους λειτουργικούς περιορισμούς και τη δυσχέρεια επανένταξής του στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, επιδίκασε αυτοτελή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση του σωματικού και ψυχικού πόνου, τις επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις, τη διάρκεια της νοσηλείας και της αποθεραπείας, καθώς και τις μόνιμες συνέπειες του τραυματισμού. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη νομολογιακά παγιωμένη θέση ότι οι αξιώσεις των άρθρων 929, 931 και 932 ΑΚ προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά και μπορούν να επιδικασθούν σωρευτικά, εφόσον δεν οδηγούν σε διπλή αποκατάσταση της ίδιας ζημίας.
Το Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει καταψηφιστικώς το ποσό των 66.300 ευρώ και αναγνωρίζοντας επιπλέον την υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό των 76.604,94 ευρώ, αμφότερα με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 35.000 ευρώ.
